Showing posts with label Φυσική. Show all posts
Showing posts with label Φυσική. Show all posts

Thursday, 13 April 2017

0-100km/h vs 0-400m

Δύο αυτοκίνητα Α και Β είναι στημένα στην αφετηρία ενός αγώνα δρόμου 400 μέτρων. Το αυτοκίνητο Α πιάνει τα 100km/h από στάση σε 9,29sec και το Β σε 10,34sec. Είναι δυνατόν το Β να διανύσει την απόσταση των 400 μέτρων γρηγορότερα από το Α; Με άλλα λόγια, είναι δυνατόν το Β να έχει καλύτερο 0-400m από το Α;

Το 0-100km/h και το 0-400m είναι τα δύο συνηθέστερα μέτρα που χρησιμοποιούνται στις εργοστασιακές προδιαγραφές ενός αυτοκινήτου. Ποιο από τα δύο όμως είναι «καλύτερο»; Η απάντηση είναι κανένα. Τα δύο αυτά μέτρα δεν είναι συγκρίσιμα. Το 0-100km/h εκτιμά τη μέση επιτάχυνση ενός αυτοκινήτου, ενώ το 0-400m εκτιμά τη μέση ταχύτητά του. Συνεπώς, το ποιο από τα δύο αυτά μέτρα είναι πιο χρήσιμο εξαρτάται από το τι ακριβώς επιδιώκουμε να μετρήσουμε. 

Επιστρέφοντας στο αρχικό ερώτημα, ουσιαστικά μας ενδιαφέρει να μάθουμε εάν το αυτοκίνητο Β το οποίο έχει μικρότερη μέση επιτάχυνση στο εύρος τιμών της ταχύτητας από 0 έως 100km/h, μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη μέση ταχύτητα στα πρώτα 400m. Το επόμενο παράδειγμα θα μας πείσει ότι κάτι τέτοιο είναι όντως δυνατόν. Ο λόγος είναι ότι δεν έχει σημασία μόνο ο χρόνος που χρειάζεται για να πιάσει ένα αυτοκίνητο τα 100km/h, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο το πετυχαίνει αυτό. 

Έστω ότι οι τύποι που δίνουν την ταχύτητα των Α και Β ως συνάρτηση του χρόνου είναι οι \( v_A(t) = 18 \cdot t^{0,77} \) και \( v_B(t) = 59,5 \cdot t^{0,22} \), αντίστοιχα και ας θεωρήσουμε το επόμενο διάγραμμα ταχύτητας-χρόνου για τα δύο αυτοκίνητα (βλ. Διάγραμμα 1). Είναι φανερό ότι τα Α και Β αγγίζουν τα 100km/h σε 9,29sec και 10,34sec, αντίστοιχα. Το Α δηλαδή έχει καλύτερο 0-100km/h. Είναι όμως επίσης φανερό ότι στα πρώτα δευτερόλεπτα, το αυτοκίνητο Β επιταχύνει πολύ πιο γρήγορα από το Α. Για παράδειγμα, στο πρώτο δευτερόλεπτο μετά την εκκίνηση, το Β τρέχει ήδη με 60km/h, ενώ την ίδια στιγμή το Α τρέχει με μόλις 20km/h κατά προσέγγιση, δηλαδή έχει ταχύτητα περίπου το 1/3 του Β. 

Διάγραμμα 1.

Ας δούμε τώρα ποιο αυτοκίνητο διανύει πρώτο τα 400 μέτρα. Η απόσταση που διανύει το κάθε αυτοκίνητο δίνεται από το εμβαδόν του χωρίου κάτω από τη γραφική παράσταση της αντίστοιχης συνάρτησης-ταχύτητας (βλ. Διάγραμμα 1) και βρίσκεται υπολογίζοντας τα παρακάτω ολοκληρώματα αφού μετατρέψουμε τις μονάδες από km/h σε m/sec:
\[ x_A(t) = \int_0^t {\frac{10}{36} \cdot u_A(w) \cdot dw} = 2,83 \cdot t^{1,77} \]
\[ x_B(t) = \int_0^t {\frac{10}{36} \cdot u_B(w) \cdot dw} = 13,52 \cdot t^{1,22} \]

Το διάγραμμα θέσης-χρόνου για τα Α και Β με βάση τους παραπάνω τύπους δίνεται στο Διάγραμμα 2. 

Διάγραμμα 2.

Παρότι, όπως προέκυψε από το Διάγραμμα 1, το αυτοκίνητο Α έχει καλύτερο 0-100km/h, από το Διάγραμμα 2 φαίνεται ότι αυτοκίνητο Β κερδίζει τον αγώνα, αφού διανύει τα 400m σε 15,98sec, ενώ το αυτοκίνητο Α τερματίζει δεύτερο με χρόνο 16,43sec, δηλαδή περίπου μισό δευτερόλεπτο αργότερα. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι το Β προηγείται σε όλη τη διάρκεια του αγώνα, αφού η καμπύλη του \( x_B(t) \) βρίσκεται επάνω από την αντίστοιχη του \( x_A(t) \). Για παράδειγμα, είναι εντυπωσιακό ότι τη στιγμή που το Β έχει διανύσει τα πρώτα 100m, το Α βρίσκεται ακόμη περίπου στα 50m. Ωστόσο, θα πρέπει να τονιστεί ότι αν ο αγώνας συνεχιζόταν για μερικά επιπλέον μέτρα, το Β θα κατάφερνε τελικά να προσπεράσει το Α και να κερδίσει, καθώς τη στιγμή του τερματισμού (στα 400m ακριβώς δηλαδή), όπως προκύπτει από τους τύπους της ταχύτητας, το Α έχει στιγμιαία ταχύτητα γύρω στα 155km/h, ενώ το Β έχει περίπου 110km/h και από το σημείο εκείνο κι έπειτα η ταχύτητα του Α παραμένει μεγαλύτερη του Β. Πιο συγκεκριμένα, από το Διάγραμμα 2, το Α θα έφτανε και θα προσπερνούσε το Β περίπου στα 450m κι ενώ το χρονόμετρο θα έδειχνε 17,6sec.

Το παραπάνω είναι ένα παράδειγμα που δείχνει ότι η μέση τιμή αν και είναι ένα ωραίο και συχνά χρήσιμο στατιστικό μέτρο θέσης, αγνοεί σημαντική πληροφορία οδηγώντας ενίοτε σε λανθασμένα συμπεράσματα. 

Wednesday, 20 July 2016

Απίθανοι Chauffeur

Ο επόμενος γρίφος είναι αρκετά απλός καθώς δεν απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις μαθηματικών και φυσικής. Εντούτοις αποδεικνύεται ότι εύκολα παραπλανά τη διαίσθησή μας.

«Ένα αυτοκίνητο διανύει μια απόσταση \( s \, \mbox{km} \). Η μέση του ταχύτητα \( u_1 \) κατά το πρώτο μισό της διαδρομής είναι \( 100 \, \mbox{km/h} \). Ποια πρέπει να είναι η μέση του ταχύτητα \( u_2 \) στο δεύτερο μισό της διαδρομής ώστε η συνολική μέση του ταχύτητα \( u \) (αυτή δηλαδή που υπολογίζεται για όλη τη διαδρομή) να είναι \( 200 \, \mbox{km/h} \);»

Λύση:

Οι συνηθέστερες απαντήσεις που δίνονται χωρίς χαρτί και μολύβι είναι είτε \( 300 \, \mbox{km/h} \) είτε \( 400 \, \mbox{km/h} \) ή τελοσπάντων κάτι ανάμεσα στο \( 300 \) και στο \( 400 \, \mbox{km/h} \). Προφανώς θα σκεφτεί κάποιος για να αναφέρομαι σε αυτές τις απαντήσεις, μάλλον δεν είναι σωστές. Και όντως έτσι ακριβώς είναι. Ποια είναι όμως η σωστή απάντηση; Τα κυρίαρχα συναισθήματα στο άκουσμα της σωστής απάντησης είναι συνήθως έκπληξη και αμφιβολία. Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, το πρόβλημα αυτό είναι αδύνατο! Με άλλα λόγια με όποια μέση ταχύτητα κι αν τρέξει το αυτοκίνητο στο δεύτερο μισό της διαδρομής, δεν πρόκειται να καταφέρει να διπλασιάσει τη συνολική του μέση ταχύτητα. 

Το κλειδί για την επίλυση αλλά και κατανόηση του γρίφου αυτού είναι η εισαγωγή του χρόνου. Έστω λοιπόν \( t_1 \) ο χρόνος κατά τον οποίο διανύθηκε το πρώτο μισό της διαδρομής και \( t_2 \) ο χρόνος που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο μισό (βλ. Σχήμα).


Τότε προφανώς ο συνολικός χρόνος που χρειάζεται το αυτοκίνητο για να διανύσει όλη τη διαδρομή \( s \) ισούται με \( t_1 + t_2 \). Οι μέσες ταχύτητες που αντιστοιχούν σε όλη τη διαδρομή, στο πρώτο μισό και στο δεύτερο μισό της διαδρομής, δίνονται με αυτή τη σειρά από τους παρακάτω τύπους:

\[ u = \frac{s}{t_1 + t_2}, \,\,\,\,\,\,\,\, u_1 = \frac{\frac{s}{2}}{t_1}, \,\,\,\,\,\,\,\, u_2 = \frac{\frac{s}{2}}{t_2} \]
Εφόσον όμως \( u_1 = 100 \, \mbox{km/h} \) και θέλουμε \( u = 200 \, \mbox{km/h} \), απαιτούμε \( u = 2 u_1 \), το οποίο με χρήση των πιο πάνω τύπων ανάγεται σε
\[ u = 2 u_1 \Leftrightarrow \frac{s}{t_1 + t_2} = 2 \frac{\frac{s}{2}}{t_1} \Leftrightarrow \frac{1}{t_1 + t_2} = \frac{1}{t_1} \Leftrightarrow t_1 + t_2 = t_1 \Leftrightarrow t_2 = 0 \]
Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι προς την αναζήτηση της ταχύτητας \( u_2 \), υπολογίσαμε ποια θα πρέπει να είναι η τιμή του χρονικού διαστήματος \( t_2 \). Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι \( t_2 = 0 \), πράγμα που σημαίνει ότι ο χρόνος που θα χρειαστούμε για να πετύχουμε το ζητούμενο θα πρέπει να είναι μηδενικός! Αυτό δείχνει φυσικά ότι το πρόβλημα που προσπαθούμε να λύσουμε είναι αδύνατο, εφόσον δεν υπάρχει αρκετός χρόνος για να δημιουργήσουμε την επιθυμητή συνολική μέση ταχύτητα. Με μια δεύτερη ανάγνωση του γρίφου βέβαια αυτό είναι εν τέλει αναμενόμενο, αρκεί να σκεφτούμε ότι για να πετυχαίναμε συνολική μέση ταχύτητα \( u = 200 \, \mbox{km/h} \), θα έπρεπε στο χρόνο που δαπανήσαμε στο πρώτο κομμάτι να έχουμε ήδη φτάσει στο τέλος της διαδρομής!

Αφού ερμηνεύσαμε το πρόβλημα και είδαμε ότι είναι αδύνατο, ας ολοκληρώσουμε και τον αρχικό μας στόχο που είναι η αναζήτηση του \( u_2 \). Αντικαθιστώντας λοιπόν το \( t_2 = 0 \) στον τύπο του \( u_2 \) λαμβάνουμε 
\[ u_2 = \frac{\frac{s}{2}}{0} = \infty \]
κάτι που επιβεβαιώνει την αρχική μας απάντηση δίνοντας μια λίγο διαφορετική ερμηνεία στο πρόβλημα: Για να διπλασιάσουμε τη συνολική μέση ταχύτητα θα πρέπει να απειρίσουμε την μέση ταχύτητα στο δεύτερο μισό της διαδρομής, πράγμα φυσικά αδύνατο. 

Saturday, 18 June 2016

Περί βιασύνης

'Ολοι μας κάποια στιγμή έχουμε βρεθεί στην ανεπιθύμητη κατάσταση να είμαστε οδηγοί, να βιαζόμαστε να φτάσουμε στον προορισμό μας και για κάποιον ανεξήγητο λόγο τότε ακριβώς να βρίσκονται στο δρόμο μας διάφορα εμπόδια, άλλοι οδηγοί δηλαδή, τα οποία μας καθυστερούν. Φυσικά σε τέτοιες περιπτώσεις δε χάνουμε την ευκαιρία να φρεσκάρουμε λίγο τα «γαλλικά» μας, ενώ επίσης καταριόμαστε την ώρα και τη στιγμή που δε γεννηθήκαμε μόνοι σε αυτόν εδώ τον πλανήτη. Άραγε όμως είναι όντως ανεξήγητος ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό; Μάλλον όχι. Κατά την άποψή μου υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι που εξηγούν αυτήν την παράξενη κατάσταση, ένας ψυχολογικός κι ένας φυσικός και τους οποίους θα προσπαθήσω να περιγράψω παρακάτω.



Ο πρώτος λόγος σχετίζεται με την ψυχολογία του οδηγού. Όταν κάποιος βιάζεται, καθετί που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα περνούσε απαρατήρητο τώρα κάνει έντονα αισθητή την παρουσία του. Το κάθε εμπόδιο αποκτά ξαφνικά μεγαλύτερη σημασία για τον βιαστικό οδηγό διότι ακριβώς τον καθυστερεί και συνεπώς του χαλάει τα σχέδια. Είναι έμφυτη άλλωστε η τάση του ανθρώπου να παρατηρεί συνήθως ό,τι του είναι χρήσιμο ή αντιθέτως ό,τι του είναι επιζήμιο ή τον ενοχλεί.

Ο δεύτερος λόγος προέρχεται από μια φυσική προσέγγιση και σχετίζεται με αυτό που ονομάζω Χρονική Πυκνότητα Εμποδίων (ΧΠΕ), ένα μέτρο που μετράει τον αριθμό των εμποδίων που εμφανίζονται στη μονάδα του χρόνου. Τα εμπόδια που είναι κατανεμημένα κατά μήκος της διαδρομής του βιαστικού οδηγού αποτελούν όλα μαζί ένα σύστημα αναφοράς το οποίο αν εξιδανικεύσουμε υποθέτοντας ότι όλα τα εμπόδια που το αποτελούν έχουν σταθερή και ίση ταχύτητα, τότε το σύστημα αυτό είναι αδρανειακό. Ο βιαστικός οδηγός λοιπόν τρέχει με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτήν του συστήματος και συνεπώς συναντάει περισσότερα εμπόδια στο δρόμο του σε σχέση για παράδειγμα με αυτά που θα συναντούσε εάν κινούταν με την ίδια με το σύστημα ταχύτητα, όπου μάλιστα στην τελευταία αυτή περίπτωση πρακτικά δε θα συναντούσε κανένα εμπόδιο. Επιπλέον είναι φανερό ότι όσο μεγαλύτερη είναι η ταχύτητά του τόσο περισσότερα εμπόδια θα συναντήσει. Για να γίνει αυτό πιο αντιληπτό ίσως είναι χρήσιμο να θεωρήσουμε ότι ο βιαστικός οδηγός είναι σταματημένος και τα εμπόδια τον προσπερνούν κινούμενα προς τα πίσω. Αυτή η θεώρηση ασφαλώς επιτρέπεται καθώς σε αδρανειακά συστήματα δεν έχει σημασία πιο από τα δυο θεωρείται ως σύστημα αναφοράς και η ταχύτατα τους είναι σχετική. Φυσικά το παραπάνω σύστημα όπως τονίστηκε είναι εξιδανικευμένο, ωστόσο παρόμοια συμπεράσματα θα μπορούσαν να εξαχθούν και στη γενική περίπτωση χωρίς μεγάλη απόκλιση από την προηγούμενη περιγραφή. Στο σύνδεσμο που ακολουθεί υπάρχει μια διασκεδαστική οπτικοποίηση η οποία έχει στόχο να ενισχύσει τη διαίσθηση του παραπάνω φαινομένου.

https://scratch.mit.edu/projects/114795636/

Οι δυο παραπάνω λόγοι πιστεύω πως είναι αρκετοί ώστε να αποφύγουμε τη μοιρολατρία που συνοδεύει συνήθως τέτοιου τύπου καταστάσεις βιασύνης στις οποίες είτε θεωρούμε ότι κάποια ανώτερη δύναμη για κάποιο συμπαντικό λόγο τα έχει βάλει μαζί μας είτε βλαστημάμε την τύχη μας την ιερόδουλη λες και αυτό που μας συμβαίνει είναι εξαιρετικά απίθανο και παρόλα αυτά μας συμβαίνει. Εγώ τουλάχιστον κάθε φορά που βιάζομαι σκέφτομαι τους δυο παραπάνω λόγους και κάθε φορά νιώθω όλο και περισσότερο να επαληθεύονται.